Η αρραβωνιαστικιά την κατάβρεξε και την αποκάλεσε «ζητιάνα»… χωρίς να ξέρει ότι η ηλικιωμένη γυναίκα ήταν η ιδιοκτήτρια ολόκληρης της έπαυλης

Ο Ανδρέας γονάτισε δίπλα στη μητέρα του.

Έβγαλε αμέσως το σακάκι του και το τύλιξε γύρω από τους ώμους της.

«Μαμά, κοίταξέ με. Είσαι καλά;»

Η Θεοδώρα έγνεψε.

Το σώμα της έτρεμε από το κρύο.

Όχι όμως από φόβο.

Ο φόβος είχε φύγει τη στιγμή που άκουσε τη Λυδία να γελά.

Τώρα υπήρχε μόνο διαύγεια.

Ο Ανδρέας σηκώθηκε και γύρισε προς την αρραβωνιαστικιά του.

«Σε ρώτησα ποιος το έκανε.»

Η Λυδία άνοιξε τα χέρια της.

«Σου είπα. Ήταν παρεξήγηση.»

«Την κατάβρεξες.»

«Δεν ήξερα ποια ήταν.»

Η φράση έπεσε βαριά στον κήπο.

Η Θεοδώρα σηκώθηκε με δυσκολία.

«Αν ήμουν πράγματι ζητιάνα, τότε θα ήταν σωστό;»

Η Λυδία δεν απάντησε.

Η μητέρα της, η κυρία Δέσποινα, πλησίασε βιαστικά.

«Όλοι έχουμε νεύρα πριν από έναν αρραβώνα. Ας μη χαλάσουμε μια τόσο σημαντική ημέρα για ένα ατυχές περιστατικό.»

Η Θεοδώρα την κοίταξε.

«Ατυχές περιστατικό;»

«Φυσικά. Κανείς δεν ήθελε να σας προσβάλει.»

Η Θεοδώρα γύρισε προς τους καλεσμένους.

Μερικοί απέφευγαν το βλέμμα της.

Άλλοι είχαν ήδη κατεβάσει τα κινητά τους.

Μόνο ο νεαρός σερβιτόρος στεκόταν ακόμη κοντά, κρατώντας την πετσέτα που δεν είχε τολμήσει να της δώσει.

Η Θεοδώρα του χαμογέλασε.

«Πώς σε λένε;»

«Μιχάλη.»

«Ευχαριστώ, Μιχάλη.»

Η Λυδία εκνευρίστηκε.

«Δεν χρειάζεται να κάνουμε θέατρο.»

Ο Ανδρέας γύρισε απότομα.

«Το θέατρο το έστησες εσύ.»

Η Λυδία τον πλησίασε.

«Ανδρέα, αγάπη μου, ας πάμε μέσα να μιλήσουμε.»

«Μην με αγγίζεις.»

Η φωνή του ήταν χαμηλή.

Και ακριβώς γι’ αυτό ακούστηκε πιο σκληρή.

Η Λυδία τράβηξε το χέρι της.

Η Θεοδώρα έπιασε τον γιο της από τον καρπό.

«Όχι εδώ.»

Εκείνος την κοίταξε απορημένος.

«Μαμά, την είδες.»

«Την είδα.»

«Τότε γιατί—»

«Γιατί θέλω να ακούσω και τα υπόλοιπα.»

Ο Ανδρέας δεν κατάλαβε τι εννοούσε.

Η Θεοδώρα όμως είχε ήδη ακούσει αρκετά.

Καθώς περνούσαν τη γυάλινη πόρτα, άφησε ελαφρώς ανοιχτή τη δερμάτινη τσάντα.

Το κινητό της συνέχιζε να καταγράφει.

Λίγα μέτρα πίσω, η Δέσποινα πλησίασε την κόρη της.

«Διόρθωσέ το τώρα», ψιθύρισε. «Αν αυτή η γυναίκα μιλήσει, θα χάσουμε τα πάντα.»

Η Λυδία απάντησε με σφιγμένα δόντια:

«Μετά τον γάμο, ο Ανδρέας θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε εκείνη και σε μένα.»

Η Θεοδώρα δεν γύρισε.

Μόνο έσφιξε περισσότερο την τσάντα.

Μέσα στο σαλόνι της έπαυλης, οι υπηρέτες έφεραν πετσέτες.

Ο Ανδρέας τη βοήθησε να καθίσει.

«Γιατί δεν μου είπες ότι θα έρθεις;»

Η Θεοδώρα κοίταξε τα βρεγμένα της χέρια.

«Ήθελα να τη γνωρίσω χωρίς να ξέρει ποια είμαι.»

Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια.

«Γιατί;»

«Γιατί εδώ και μήνες μου λες πόσο ευγενική είναι. Πόσο γενναιόδωρη. Πόσο σε αγαπά.»

«Σε αγαπά.»

Η Θεοδώρα τον κοίταξε.

«Ή αγαπά όσα πιστεύει ότι σου ανήκουν;»

Ο Ανδρέας συνοφρυώθηκε.

«Τι εννοείς;»

Η Θεοδώρα άνοιξε τη δερμάτινη τσάντα.

Έβγαλε έναν επίσημο φάκελο.

Τον ακούμπησε στο τραπέζι.

«Τους τελευταίους δύο μήνες, άνθρωποι από το γραφείο μου μού έστειλαν αντίγραφα ορισμένων αιτημάτων.»

Ο Ανδρέας άνοιξε τον φάκελο.

Το πρώτο έγγραφο αφορούσε την έπαυλη.

Το δεύτερο, μια εταιρεία φιλοξενίας.

Το τρίτο, δύο ακίνητα στο κέντρο της πόλης.

Όλα είχαν ένα κοινό σημείο.

Υπήρχαν αιτήματα για μεταβίβαση δικαιωμάτων μετά τον γάμο.

Και στα αιτήματα εμφανιζόταν το όνομα της Λυδίας.

Ο Ανδρέας χλώμιασε.

«Δεν υπέγραψα αυτά.»

«Όχι.»

Η Θεοδώρα έβγαλε ακόμη ένα χαρτί.

«Η μητέρα της όμως υπέβαλε προσχέδιο συμφωνίας σε συμβολαιογράφο που συνεργάζεται με την εταιρεία μας.»

Ο Ανδρέας διάβασε γρήγορα.

Η συμφωνία προέβλεπε ότι μετά τον γάμο, η Λυδία θα αποκτούσε πρόσβαση σε λογαριασμούς, ακίνητα και μετοχές.

Ο Ανδρέας άφησε το χαρτί.

«Αυτό είναι παράλογο.»

Η Θεοδώρα έγειρε πίσω.

«Δεν είναι παράλογο αν νομίζουν ότι όλα ανήκουν σε σένα.»

Ο γιος της σήκωσε το βλέμμα.

«Μα… η έπαυλη είναι στο όνομα της εταιρείας.»

«Και η εταιρεία;»

Ο Ανδρέας έμεινε σιωπηλός.

Δεν είχε ρωτήσει ποτέ.

Πίστευε πως ο πατέρας του τού είχε αφήσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας.

Η Θεοδώρα δεν τον είχε διορθώσει.

Ήθελε να δει τι θα έκανε χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι μια αυτοκρατορία τον περίμενε.

«Η εταιρεία ανήκει στο οικογενειακό καταπίστευμα», είπε. «Και το καταπίστευμα το ελέγχω εγώ.»

Ο Ανδρέας την κοίταξε άφωνος.

«Δηλαδή…»

«Η έπαυλη, τα ξενοδοχεία, τα ακίνητα, όλα βρίσκονται υπό τη δική μου διαχείριση.»

Η πόρτα του σαλονιού άνοιξε.

Η Λυδία και η μητέρα της μπήκαν μέσα.

Η Λυδία είχε αλλάξει έκφραση.

Τώρα έμοιαζε εύθραυστη.

«Κυρία Θεοδώρα, θέλω να ζητήσω συγγνώμη.»

Η Θεοδώρα δεν απάντησε.

Η Δέσποινα χαμογέλασε.

«Ήταν ένα άσχημο αστείο. Η κόρη μου αγχώθηκε. Δεν ήξερε ποια είστε.»

Η Θεοδώρα έβγαλε το κινητό από την τσάντα.

Πάτησε αναπαραγωγή.

Ακούστηκε καθαρά η φωνή της Λυδίας:

«Μετά τον γάμο, ο Ανδρέας θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε εκείνη και σε μένα.»

Το πρόσωπο της Λυδίας άδειασε.

Ύστερα ακούστηκε η φωνή της Δέσποινας:

«Αν αυτή η γυναίκα μιλήσει, θα χάσουμε τα πάντα.»

Ο Ανδρέας σηκώθηκε αργά.

«Τι ακριβώς θα χάνατε;»

Η Λυδία άνοιξε το στόμα της.

Δεν βγήκε λέξη.

Η Δέσποινα προσπάθησε να πάρει τον έλεγχο.

«Δεν καταλαβαίνεις. Προσπαθούσαμε να προστατεύσουμε το μέλλον σας.»

Η Θεοδώρα έσπρωξε τον φάκελο μπροστά τους.

«Το μέλλον σας ή τα ακίνητά μου;»

Η Λυδία κοίταξε τα έγγραφα.

Τώρα δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Η υπογραφή της βρισκόταν σε δύο από τα προσχέδια.

Ο Ανδρέας την κοίταξε σαν ξένη.

«Ήξερες γι’ αυτά;»

Η Λυδία άρχισε να κλαίει.

«Η μητέρα μου είπε ότι ήταν απλώς προετοιμασία.»

Η Δέσποινα γύρισε προς την κόρη της.

«Μην είσαι ανόητη.»

Η Θεοδώρα παρατήρησε τη στιγμή που η συμμαχία τους έσπασε.

Η Λυδία έδειξε τη μητέρα της.

«Εκείνη είπε ότι μετά τον γάμο θα είχαμε δικαίωμα σε όλα.»

Η Δέσποινα αντέδρασε:

«Και εσύ συμφώνησες.»

Ο Ανδρέας έκλεισε τον φάκελο.

«Φύγετε.»

Η Λυδία τον πλησίασε.

«Ανδρέα, σε αγαπώ.»

«Κατάβρεξες τη μητέρα μου επειδή νόμιζες ότι ήταν φτωχή.»

«Ήμουν θυμωμένη.»

«Ταπείνωσες έναν άνθρωπο μπροστά σε τριάντα καλεσμένους.»

«Δεν ήξερα ποια ήταν.»

Ο Ανδρέας την κοίταξε με παγωμένη ηρεμία.

«Αυτό είναι το χειρότερο μέρος.»

Η Λυδία σταμάτησε.

«Δεν με τρομάζει ότι φέρθηκες έτσι στη μητέρα μου.»

«Με τρομάζει ότι θα φερόσουν έτσι σε οποιονδήποτε δεν είχε χρήματα ή δύναμη.»

Η Δέσποινα ύψωσε τη φωνή.

«Δεν μπορείς να ακυρώσεις έναν γάμο για ένα λάστιχο.»

Η Θεοδώρα απάντησε:

«Δεν ακυρώνεται για ένα λάστιχο.»

Σήκωσε τα έγγραφα.

«Ακυρώνεται για απάτη, αλαζονεία και σχέδιο αρπαγής περιουσίας.»

Η Λυδία έβγαλε το δαχτυλίδι.

Το άφησε πάνω στο τραπέζι με τρεμάμενα χέρια.

«Θα το μετανιώσεις», είπε στον Ανδρέα.

Εκείνος δεν απάντησε.

Οι δύο γυναίκες έφυγαν από την έπαυλη κάτω από τα βλέμματα των ίδιων καλεσμένων που λίγη ώρα πριν γελούσαν με τη Θεοδώρα.

Κανείς δεν γελούσε τώρα.

Λίγες ημέρες αργότερα, η Θεοδώρα ζήτησε να συναντήσει όλο το προσωπικό.

Ο νεαρός σερβιτόρος, ο Μιχάλης, στεκόταν τελευταίος στη σειρά.

Νόμιζε ότι θα απολυόταν επειδή είχε προσπαθήσει να τη βοηθήσει.

Αντί γι’ αυτό, η Θεοδώρα τον κάλεσε μπροστά.

«Εσύ ήσουν ο μόνος που μου έδωσε χέρι όταν όλοι οι άλλοι κοιτούσαν.»

Ο Μιχάλης χαμήλωσε το βλέμμα.

«Ήταν το σωστό.»

Η Θεοδώρα χαμογέλασε.

«Ακριβώς γι’ αυτό θέλω ανθρώπους σαν εσένα στις επιχειρήσεις μου.»

Του πρόσφερε υποτροφία για να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη διοίκηση ξενοδοχείων και μόνιμη θέση στην εταιρεία.

Ο Ανδρέας παρακολουθούσε σιωπηλός.

Εκείνη την ημέρα κατάλαβε πως η μητέρα του δεν είχε έρθει για να δοκιμάσει μόνο τη Λυδία.

Είχε δοκιμάσει και τον ίδιο.

«Θύμωσες που δεν σου είπα ποια είναι η πραγματική κατάσταση της περιουσίας;» τον ρώτησε.

Ο Ανδρέας σκέφτηκε λίγο.

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Γιατί αν το ήξερα, ίσως να μην καταλάβαινα ποτέ ποιος με αγαπά και ποιος αγαπά αυτά που νομίζει ότι έχω.»

Η Θεοδώρα ακούμπησε το χέρι της στο δικό του.

«Τώρα το ξέρεις.»

Η έπαυλη παρέμεινε δική της.

Οι εταιρείες επίσης.

Όμως εκείνη δεν κράτησε τίποτα μόνο για να ελέγχει.

Άρχισε να μεταβιβάζει ευθύνες στον γιο της σταδιακά.

Όχι ως ανταμοιβή.

Ως μάθημα.

Γιατί η ιδιοκτησία δεν είναι μόνο το όνομα πάνω σε ένα έγγραφο.

Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζεις όσους δεν μπορούν να σου προσφέρουν τίποτα.

Και η Λυδία είχε χάσει τα πάντα τη στιγμή που πίστεψε ότι η αξία μιας γυναίκας μπορούσε να μετρηθεί από τα ρούχα της.

Δεν ήξερε ότι η ηλικιωμένη που αποκάλεσε ζητιάνα δεν είχε έρθει για να ζητήσει θέση στο τραπέζι.

Είχε έρθει για να αποφασίσει ποιος άξιζε να παραμείνει σε ολόκληρο το σπίτι.

Like this post? Please share to your friends: