Η κηδεία ήταν τόσο σιωπηλή που ακόμα και η ανάσα φαινόταν απαγορευμένη… μέχρι που η υπηρέτρια σήκωσε το τσεκούρι

Η σιωπή μετά το χτύπημα ήταν χειρότερη από τις κραυγές.

Γιατί τώρα… όλοι άκουγαν.

Ένα ήχο.

Αδύναμο.

Μέσα από το φέρετρο.

Ένα χτύπημα.

Ή ίσως ανάσα.

Κανείς δεν ήξερε.

Ο άντρας στην πρώτη σειρά έκανε ένα βήμα πίσω.

«Αυτό δεν γίνεται…» ψιθύρισε.

Η υπηρέτρια έπεσε στα γόνατα.

«Το άκουσα ξανά…» έκλαιγε. «Είναι εκεί… είναι ζωντανή!»

Ο κόσμος δεν μπορούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να τη σταματήσει ή να την πιστέψει.

Και τότε…

το ξύλο κινήθηκε.

Μια μικρή ρωγμή άνοιξε.

Και από μέσα…

ένα δάχτυλο.

Ένα αδύναμο, τρεμάμενο δάχτυλο που άγγιξε το φως.

Ολόκληρη η αίθουσα λύγισε.

Κάποιος φώναξε.

Κάποιος προσευχήθηκε.

Αλλά η υπηρέτρια δεν σταμάτησε.

Έσκισε το ξύλο με τα χέρια της, πληγώνοντας τα δάχτυλά της, ουρλιάζοντας από πόνο και φόβο μαζί.

«Κρατήσου…!» φώναξε μέσα στο κενό.

Και τότε… μια ανάσα βγήκε καθαρά.

Αληθινή.

Ζωντανή.

Το φέρετρο δεν ήταν πια σύμβολο θανάτου.

Ήταν παγίδα.

Και μέσα του… κάποιος πάλευε να επιστρέψει.

Η υπηρέτρια γύρισε προς το πλήθος, τρέμοντας, καλυμμένη με δάκρυα και αίμα.

Και φώναξε την τελευταία λέξη πριν όλα αλλάξουν για πάντα:

«ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΤΗΝ!»

Like this post? Please share to your friends: